|
| |
Ο μουσικός - γαστρονόμος
Ένα
βράδυ, όταν τελείωσε ένα κοντσέρτο που παρακολουθούσε ο Gioachino Rossini, τον
πλησίασε μια κυρία: «Μαέστρο, μπορώ επιτέλους να θαυμάσω αυτό το μεγαλοφυές
πρόσωπο που μέχρι τώρα γνώριζα από τα πορτραίτα! Δεν μπορεί κανείς να κάνει
λάθος: φαίνεται από το πρόσωπό σας η μανία της μουσικής. Να την». «Και τι θα
λέγατε γι αυτήν, κυρία» απάντησε ο Rossini χτυπώντας την κοιλιά του. «Δεν
μπορείτε να αρνηθείτε πως αυτή είναι πιο εμφανής και αναπτυγμένη, Και πράγματι η
αληθινή μου μανία είναι αυτή του φαγητού».
Ένας βραχύς διάλογος που αναφέρεται από τον Giuseppe Radiciotti, έναν από τους
πιο έγκυρους βιογράφους του συνθέτη, που αρκεί για να περιγράψει μια πλευρά λιγότερο
γνωστή αλλά σίγουρα σημαντική του συνθέτη από το Πέζαρο.
Ο Rossini που θα φτάσει το 1823 στο Παρίσι είναι λοιπόν ένα άτομο που ξέρει να
εκτιμά την καλή κουζίνα: μια δικαιολογημένη φήμη μουσικής ιδιοφυίας προηγείτο ενός
λιγότερο γνωστού πάθους για την καλή κουζίνα. Ήταν λοιπόν καλά προετοιμασμένος
ώστε να πάρει μέρος στη συζήτηση των γάλλων διανοουμένων για τη γαστρονομία. Στη
γαλλική πρωτεύουσα πράγματι ο δικαστής Anthelme Brillat-Savarin ολοκλήρωνε «Τη
φυσιολογία της γεύσης», που θα έβαζε τις βάσεις της γαστρονομικής αισθητικής και
ο Alexandre Dumas ο πρεσβύτερος πειραματιζόταν με συνταγές εξωτικές και ασυνήθιστες
που αργότερα θα συνέλεγε στο «Le gand Dictionnaire de Cuisine».
Δείπνα και δεξιώσεις γινόταν σχεδόν σε καθημερινή βάση και ο Rossini, που ήταν
ένας όμορφος μεγαλόσωμος νέος, άρχισε να παχαίνει ανεπανόρθωτα.
Ανάμεσα σ αυτές τις προσωπικότητες ξεχώριζε και ένας άλλος, ο θεϊκός Careme,
chef παγκοσμίου φήμης που, αφού είχε εργαστεί για τα πιο σημαντικά άτομα τις
εποχής του, διηύθυνε τις κουζίνες των Rothschild και ακριβώς στο σπίτι των
Rothschild ο Rossini τον γνώρισε.
Υπήρξε πράγματι μια συνάντηση που σημάδεψε τη ζωή και των δύο και που συνετέλεσε
στο να γεννηθεί μεταξύ του μια σχέση εκτίμησης και συμπάθειας. Κάθε φορά που ο
Rossini ήταν καλεσμένος στο σπίτι των Rothschild, περνούσε πρώτα από την κουζίνα
να χαιρετήσει τον Antonin Careme ο οποίος ανταπέδιδε το χαιρετισμό συμβουλεύοντάς
τον να διαλέξει τα πιο εύγεστα πιάτα και να αποφύγει τα άλλα που δεν ήταν
αντάξιά του. Όταν ο Rossini εγκατέλειψε το Παρίσι για την Μπολόνια ο Careme στεναχωρήθηκε
γιατί δεν έχασε μόνο το φίλο αλλά και έναν παθιασμένο θαυμαστή του γαστρονομικού
του ταλέντου, «τον μοναδικό - όπως έλεγε - που είχε κατορθώσει να το καταλάβει».
Εκτός από καλοφαγάς, ο Rossini ήταν επίσης ένας καταπληκτικός μάγειρας, και
λέγεται ότι ήταν ασυναγώνιστος στο να μαγειρεύει τα μακαρόνια, τα οποία λάτρευε,
όπως και ένα παστίτσιο κοτόπουλου με γαρίδες μαγειρεμένο με βούτυρο. Η συνταγή
των μακαρονιών του έφτασε σε μας δια μέσου του φίλου του Antonin Careme που, στο
εγχειρίδιό του για τα ιταλικά ζυμαρικά, την περιγράφει ως εξής:
«Faites selon la
regle une farce a quenelles de deux perdreaux rouges , en y melant un peu de
Parmesan rape; puis vous faites rotir deux autres perdreaux rouges pour en
confectionner une puree de gibier de la maniere accoutumee (Voir le premier
chapitre des potages.); ensuite vous faites reduire de moitie le consomme
empotage ainsi que nous l'avons demontre pour le potage de macaroni a la
napolitaine, en y joignant toutefois les carcasses des perdreaux et une pointe
de mignonnette; maintenant vous faites blanchir a l'eau bouillante douze onces
de petit macaroni de Naples, egouttez-le, et faites-le mijoter vingt-cinq
minutes dans la moitie du consomme reduit, avec un peu de mignonnette et quatre
onces de beurre; au moment de servir, vous pochez les petites quenelles de
perdreaux dans du consomme, et les egouttez, ainsi que le macaroni, que vous
sautez deux ou trois fois dans un plat a sauter, en y melant la puree de
perdreaux preparee a cet effet, et chauffee au bain-marie; masquez le fond de la
soupiere de macaroni, semez dessus un peu de Parmesan rape (quatre onces );
ajoutez un lit de petites quenelles, un peu de Parmesan, du macaroni, du
Parmesan et des quenelles; donnez les nemes soins pour achever de garnir le
potage en le masquant de Parmesan et en l'arrosant du fond de macaroni et dun
peu de consomme, dont vous servez le reste dans une casserole d' argent. Ce
potage est digne de l'illustre musicien gastronome».
|